malfeasance
mal
mæl
māl
fea
ˈfi:
fi
sance
zəns
zēns

Ορισμός και σημασία του "malfeasance"στα αγγλικά

01

κατάχρηση εξουσίας, παράνομη πράξη

an illegal or unjust act committed by a person of high standing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malfeasances
Παραδείγματα
The politician was charged with malfeasance for accepting bribes in exchange for government contracts. 

Ο πολιτικός κατηγορήθηκε για κατάχρηση εξουσίας για τη λήψη δωροδοκιών σε αντάλλαγμα για κυβερνητικές συμβάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store