malfeasance
Pronunciation
/ˌmæɫˈfizəns/

Ορισμός και σημασία του "malfeasance"στα αγγλικά

01

κατάχρηση εξουσίας, παράνομη πράξη

an illegal or unjust act committed by a person of high standing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malfeasances
Παραδείγματα
She was fired after her involvement in malfeasance was exposed.
Απολύθηκε αφού αποκαλύφθηκε η εμπλοκή της σε κακοδιαχείριση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store