Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Malfeasance
01
κατάχρηση εξουσίας, παράνομη πράξη
an illegal or unjust act committed by a person of high standing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She was fired after her involvement in malfeasance was exposed.
Απολύθηκε αφού αποκαλύφθηκε η εμπλοκή της σε κακοδιαχείριση.



























