malady
ma
ˈmæ
la
dy
di
di
milady

Ορισμός και σημασία του "malady"στα αγγλικά

01

ασθένεια, πάθηση

any physical problem that might put one's health in danger 
malady definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
maladies
Παραδείγματα
Doctors were unable to determine the underlying malady that caused his fatigue and weakness. 

Οι γιατροί δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν την υποκείμενη ασθένεια που προκάλεσε την κούραση και την αδυναμία του.

02

ασθένεια, δυστυχία

any harmful or undesirable condition, social or personal 
Παραδείγματα
Poverty is a malady that affects millions worldwide. 

Η φτώχεια είναι ένα κακό που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store