Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Maladministration
01
κακή διοίκηση, αναποτελεσματική διαχείριση
the inefficient or improper management, especially within a public institution or organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The investigation revealed instances of maladministration within the government department, leading to calls for reform.
Η έρευνα αποκάλυψε περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο εσωτερικό του κυβερνητικού τμήματος, οδηγώντας σε κλήσεις για μεταρρύθμιση.
LanGeek



























