maladroit
ma
ˌmæ
lad
ˈləd
lēd
roit
rɔɪt
royt
overexploitadroitquoit

Ορισμός και σημασία του "maladroit"στα αγγλικά

01

αδέξιος, αγροίκος

clumsy or awkward in movement or behavior due to a lack of skill 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maladroit
συγκριτικός βαθμός
more maladroit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His maladroit attempt at humor offended the entire room. 

Η αδέξια προσπάθειά του για χιούμορ προσέβαλε όλο το δωμάτιο.

Λεξικό Δέντρο

maladroitly
maladroitness
maladroit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store