maladroit
Pronunciation
/ˌmæɫəˈdɹɔɪt/

Ορισμός και σημασία του "maladroit"στα αγγλικά

01

αδέξιος, αγροίκος

clumsy or awkward in movement or behavior due to a lack of skill
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maladroit
συγκριτικός βαθμός
more maladroit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A maladroit response to criticism can escalate conflict.
Μια αδέξια απάντηση στην κριτική μπορεί να κλιμακώσει τη σύγκρουση.

Λεξικό Δέντρο

maladroitly
maladroitness
maladroit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store