Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maladroit
01
αδέξιος, αγροίκος
clumsy or awkward in movement or behavior due to a lack of skill
Παραδείγματα
A maladroit response to criticism can escalate conflict.
Μια αδέξια απάντηση στην κριτική μπορεί να κλιμακώσει τη σύγκρουση.
Λεξικό Δέντρο
maladroitly
maladroitness
maladroit



























