Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Majority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
majorities
Παραδείγματα
The majority of the committee members voted in favor of the new policy.
Η πλειοψηφία των μελών της επιτροπής ψήφισε υπέρ της νέας πολιτικής.
02
πλειοψηφία
the greater number of votes by which a candidate or party wins an election
Παραδείγματα
The candidate won by a majority of 10,000 votes.
Ο υποψήφιος κέρδισε με πλειοψηφία 10.000 ψήφων.
03
ενηλικίωση, νόμιμη ηλικία
the age at which a person is legally recognized as an adult and capable of managing their own affairs
Παραδείγματα
She reached the age of majority and could sign contracts independently.
Έφτασε στην ηλικία ενηλικίωσης και μπορούσε να υπογράφει συμβάσεις ανεξάρτητα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
majority
major



























