maimed
maimed
meɪmd
μειμντ
mailed

Ορισμός και σημασία του "maimed"στα αγγλικά

01

τραυματίες, ακρωτηριασμένοι

people who are wounded 
maimed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
maimed
01

καταστραμμένος, ακρωτηριασμένος

having a part of the body crippled or disabled 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maimed
συγκριτικός βαθμός
more maimed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, injury, condition

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store