Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mailing address
01
ταχυδρομική διεύθυνση, διεύθυνση αποστολής
the specific address or location to which mail or packages are to be delivered
Παραδείγματα
I checked the mailing address twice before sending the invitation to avoid any mistakes.
Ελέγξα δύο φορές τη διεύθυνση αποστολής πριν στείλω την πρόσκληση για να αποφύγω λάθη.



























