Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mailbox
01
ταχυδρομικό κουτί, κουτί αλληλογραφίας
a box outside the house were letters and packages are put
Dialect
American
Παραδείγματα
The storm knocked over our mailbox last night.
Η καταιγίδα ανατράπηκε το γραμματοκιβώτιό μας χθες το βράδυ.
02
ταχυδρομικό κουτί, κουτί αλληλογραφίας
a box located in a public area where individuals can drop off letters and packages to be collected and delivered by postal workers
Dialect
American
Παραδείγματα
Every morning, the postal worker diligently collects the letters from each mailbox along the street.
Κάθε πρωί, ο ταχυδρόμος συλλέγει επιμελώς τις επιστολές από κάθε γραμματοκιβώτιο κατά μήκος του δρόμου.
Λεξικό Δέντρο
mailbox
box



























