Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mail slot
01
σχισμή αλληλογραφίας, τοιχοπαγές γραμματοκιβώτιο
a narrow rectangular slot in the entrance door or a wall near it, through which letters, advertisements, etc. can be put
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mail slots



























