magnifier
mag
ˈmæg
μαιγκ
ni
νι
fier
faɪə
φαιε

Ορισμός και σημασία του "magnifier"στα αγγλικά

01

μεγεθυντικός φακός, μεγενθυντικό όργανο

a scientific instrument that magnifies an image 
magnifier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
magnifiers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

magnifier
magnify
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store