magnetism
mag
ˈmæg
māg
ne
ni
ti
ˌtɪ
ti
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "magnetism"στα αγγλικά

01

μαγνητισμός, μαγνητική δύναμη

a phenomenon of attracting and repulsing forces that a moving electrical charge produces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Earth's magnetism guides compass needles toward the north pole. 

Ο μαγνητισμός της Γης καθοδηγεί τις βελόνες της πυξίδας προς τον βόρειο πόλο.

02

μαγνητισμός, επιστήμη του μαγνητισμού

the branch of science that studies magnetism 
03

μαγνητισμός, γοητεία

a powerful and attractive quality, especially in a person's character 
Παραδείγματα
She exudes sexual magnetism. 

Εκπέμπει σεξουαλικό μαγνητισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

magnetism
magnet
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store