asinine
a
ˈæ
ā
si
si
nine
naɪn
nain

Ορισμός και σημασία του "asinine"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, ανόητος

acting in a foolish or unintelligent manner 
asinine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most asinine
συγκριτικός βαθμός
more asinine
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, cognition, evaluation
Παραδείγματα
His asinine remarks during the discussion were met with eye rolls. 

Τα ηλίθια σχόλιά του κατά τη διάρκεια της συζήτησης συνοδεύτηκαν από σκούξιμο ματιών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store