Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to madrigal
01
τραγουδώ μαδριγάλια
sing madrigals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
madrigal
γ΄ ενικό πρόσωπο
madrigals
ενεστώτα μετοχή
madrigaling
απλός αόριστος
madrigaled
παθητική μετοχή
madrigaled
Madrigal
01
μαδριγάλι, μαδριγαλικό τραγούδι
a song without instruments consisting of several vocals, singing about secular themes in the 16th century
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
madrigals



























