Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Maelstrom
01
δίνης, μαέστρος
a strong and circular current of water that can draw surrounding objects toward its center
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
maelstroms
LanGeek



























