asian
a
ˈeɪ
ει
sian
ʒən
ζαν
/ˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "Asian"στα αγγλικά

01

Ασιάτης, Πρόσωπο ασιατικής καταγωγής

someone who is from Asia or their family came from Asia
Asian definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Asians
Παραδείγματα
He met several Asians at the international conference.
Συνάντησε αρκετούς Ασιάτες στη διεθνή διάσκεψη.
01

ασιατικός, σχετικός με την Ασία

related to Asia or its people or culture
Asian definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The traditional clothing in many Asian countries is vibrant and beautiful.
Τα παραδοσιακά ρούχα σε πολλές ασιατικές χώρες είναι ζωηρά και όμορφα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store