machiavellian
ma
ˌmæ
μαι
chia
kiə
κια
ve
ˈvɛ
βε
llian
liən
λιαν
tetraskeliontriskelionperihelionaphelion

Ορισμός και σημασία του "Machiavellian"στα αγγλικά

01

μακιαβελιστής, οπαδός του Μακιαβέλι

a person who studies or follows the political or strategic ideas of Niccolò Machiavelli 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Machiavellians
Παραδείγματα
He considered himself a Machiavellian, studying The Prince and applying its lessons. 

Θεωρούσε τον εαυτό του μακιαβελιστή, μελετώντας τον Ηγεμόνα και εφαρμόζοντας τα μαθήματά του.

machiavellian
01

μακιαβελικός, χειραγωγητικός

using manipulation or deceit to achieve one's goals 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most Machiavellian
συγκριτικός βαθμός
more Machiavellian
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, politics, ethics
Παραδείγματα
She used Machiavellian tactics to secure the promotion over her colleagues. 

Χρησιμοποίησε μακιαβελικά τακτικά για να εξασφαλίσει την προαγωγή πάνω από τους συναδέλφους της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store