machete
ma
che
ˈʃe
she
te
ti
ti
confettisweatyserengetijetty

Ορισμός και σημασία του "machete"στα αγγλικά

01

ματσέτα, μακρύ μαχαίρι

a long knife that has a wide and heavy blade, used as a weapon or a tool to cut plants and trees 
machete definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
machetes
Παραδείγματα
The farmer used a machete to clear thick brush and vegetation from his land. 

Ο αγρότης χρησιμοποίησε ένα μαχαίρι για να καθαρίσει τα πυκνά θάμνους και τη βλάστηση από τη γη του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store