Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Machete
01
ματσέτα, μακρύ μαχαίρι
a long knife that has a wide and heavy blade, used as a weapon or a tool to cut plants and trees
Παραδείγματα
The machete's sharp blade makes it a formidable weapon in self-defense and survival situations.
Η κοφτερή λεπίδα του μαχαίριου το καθιστά ένα τρομερό όπλο σε καταστάσεις αυτοάμυνας και επιβίωσης.



























