lyric
ly
ˈlɪ
li
ric
rɪk
rik
iriticcliticdaciticsinitic

Ορισμός και σημασία του "lyric"στα αγγλικά

01

στίχοι, κείμενο

(plural) a song's words or text 
lyric definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lyrics
Παραδείγματα
The singer delivered the heartfelt lyrics with passion and emotion, moving the audience to tears. 

Η τραγουδίστρια παρουσίασε τους στίχους με πάθος και συναίσθημα, συγκινώντας το κοινό στα δάκρυα.

02

στίχοι, λυρική

a usually short form of poetry expressing personal feelings and thoughts 
01

λυρικός, συγκινητικός

expressing deep emotion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lyric
συγκριτικός βαθμός
more lyric
διαβαθμίσιμο
02

λυρικός, μελωδικός

(of a singing voice) having a light register and a melodic style 
03

λυρικός, lyrical

of or relating to a category of poetry that expresses emotion (often in a songlike way) 
04

λυρικός, σχετικός με το μουσικό δράμα

relating to or being musical drama 
to lyric
01

γράφω στίχους για (ένα τραγούδι), συνθέτω τους στίχους (ενός τραγουδιού)

write lyrics for (a song) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lyric
γ΄ ενικό πρόσωπο
lyrics
ενεστώτα μετοχή
lyricing
απλός αόριστος
lyriced
παθητική μετοχή
lyriced

Λεξικό Δέντρο

lyrical
lyricism
lyricist
lyric
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store