lynx
Pronunciation
/ˈɫɪŋks/

Ορισμός και σημασία του "lynx"στα αγγλικά

01

λύγκας, αγριόγατα

a mid-sized wild cat with a short tail and pointed ears, often found in North America and Eurasia
lynx definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lynxes
02

lynx, περιηγητής κειμένου

a text browser
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store