Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Luridness
01
χλωμότητα, χρώμα δέρματος σαν πτώμα
unnatural lack of color in the skin (as from bruising or sickness or emotional distress)
02
φρικτότητα, μακαβριότητα
the quality of being ghastly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
03
επεξηγηματικότητα, συναρπαστικότητα
the journalistic use of subject matter that appeals to vulgar tastes
Λεξικό Δέντρο
luridness
lurid



























