lung cancer
lung
ˈlʌng
lang
can
kæn
kān
cer

Ορισμός και σημασία του "lung cancer"στα αγγλικά

01

καρκίνος του πνεύμονα, πνευμονικό καρκίνωμα

a type of cancer that originates in the lungs, typically linked to smoking but can also occur in non-smokers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lung cancers
Παραδείγματα
Lung cancer is a disease where abnormal cells grow in the lungs, affecting breathing. 

Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι μια ασθένεια κατά την οποία αναπτύσσονται μη φυσιολογικά κύτταρα στους πνεύμονες, επηρεάζοντας την αναπνοή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store