lunch meat
lunch
lʌnʧ
λαντσ
meat
mi:t
μιτ

Ορισμός και σημασία του "lunch meat"στα αγγλικά

01

κρέας για μεσημεριανό, κρύο κρέας

cooked meat that is sliced before sale and eaten cold 
lunch meat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He made a delicious sandwich with sliced lunch meat for his picnic lunch. 

Έφτιαξε ένα νόστιμο σάντουιτς με ψιλοκομμένο κρέας για το πικνίκ του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store