lunch
lunch
lʌnʧ
lanch
lurchlaunchlynch

Ορισμός και σημασία του "lunch"στα αγγλικά

01

μεσημεριανό γεύμα, γεύμα το μεσημέρι

a meal we eat in the middle of the day 
lunch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lunches
Παραδείγματα
I made a Greek salad with feta cheese and olives for a healthy and flavorful lunch. 

Έφτιαξα μια ελληνική σαλάτα με φέτα και ελιές για ένα υγιεινό και γευστικό μεσημεριανό.

to lunch
01

γευματίζω, τρώω σε εστιατόριο

to eat lunch, particularly at a restaurant 
to lunch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lunch
γ΄ ενικό πρόσωπο
lunches
ενεστώτα μετοχή
lunching
απλός αόριστος
lunched
παθητική μετοχή
lunched
Παραδείγματα
Let's lunch at that new Italian bistro downtown. 

Ας φάμε μεσημεριανό σε εκείνο το νέο ιταλικό μπιστρό στο κέντρο της πόλης.

02

γευματίζω, παρέχω γεύμα

provide a midday meal for 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store