Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lunch
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lunches
Παραδείγματα
The café served a delicious lunch special of grilled salmon with roasted vegetables.
Το καφέ σέρβιρε ένα νόστιμο ειδικό γεύμα με ψητό σολομό και ψητά λαχανικά.
to lunch
01
γευματίζω, τρώω σε εστιατόριο
to eat lunch, particularly at a restaurant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lunch
γ΄ ενικό πρόσωπο
lunches
ενεστώτα μετοχή
lunching
απλός αόριστος
lunched
παθητική μετοχή
lunched
Παραδείγματα
He invited his client to lunch at a high-end café.
Προσκάλεσε τον πελάτη του για γεύμα σε ένα καφέ υψηλού επιπέδου.
02
γευματίζω, παρέχω γεύμα
provide a midday meal for



























