Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lunch
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lunches
Παραδείγματα
I made a Greek salad with feta cheese and olives for a healthy and flavorful lunch.
Έφτιαξα μια ελληνική σαλάτα με φέτα και ελιές για ένα υγιεινό και γευστικό μεσημεριανό.
to lunch
01
γευματίζω, τρώω σε εστιατόριο
to eat lunch, particularly at a restaurant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lunch
γ΄ ενικό πρόσωπο
lunches
ενεστώτα μετοχή
lunching
απλός αόριστος
lunched
παθητική μετοχή
lunched
Παραδείγματα
Let's lunch at that new Italian bistro downtown.
Ας φάμε μεσημεριανό σε εκείνο το νέο ιταλικό μπιστρό στο κέντρο της πόλης.
02
γευματίζω, παρέχω γεύμα
provide a midday meal for



























