lunch
Pronunciation
/lʌntʃ/

Ορισμός και σημασία του "lunch"στα αγγλικά

01

μεσημεριανό γεύμα, γεύμα το μεσημέρι

a meal we eat in the middle of the day
lunch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lunches
Παραδείγματα
The café served a delicious lunch special of grilled salmon with roasted vegetables.
Το καφέ σέρβιρε ένα νόστιμο ειδικό γεύμα με ψητό σολομό και ψητά λαχανικά.
to lunch
01

γευματίζω, τρώω σε εστιατόριο

to eat lunch, particularly at a restaurant
to lunch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lunch
γ΄ ενικό πρόσωπο
lunches
ενεστώτα μετοχή
lunching
απλός αόριστος
lunched
παθητική μετοχή
lunched
Παραδείγματα
He invited his client to lunch at a high-end café.
Προσκάλεσε τον πελάτη του για γεύμα σε ένα καφέ υψηλού επιπέδου.
02

γευματίζω, παρέχω γεύμα

provide a midday meal for
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store