lucy
lu
ˈlu:
loo
cy
si
si
lucky

Ορισμός και σημασία του "lucy"στα αγγλικά

01

Λούσι, ο ημιτελής σκελετός γυναίκας που βρέθηκε στην Ανατολική Αιθιοπία το 1974

incomplete skeleton of female found in eastern Ethiopia in 1974 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
02

Λούσι, οξύ

LSD, a powerful hallucinogenic drug that alters perception, mood, and thought 
αργκό
Παραδείγματα
He dropped some Lucy before the music festival. 

Πήρε λίγη Λούσι πριν από το μουσικό φεστιβάλ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store