Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lucerne
01
λουζέρνη, αλφάλφα
important European leguminous forage plant with trifoliate leaves and blue-violet flowers grown widely as a pasture and hay crop
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lucernes



























