lowball
low
ˈloʊ
λου
ball
bɔ:l
μπωλ
/lˈə‍ʊbɔːl/

Ορισμός και σημασία του "lowball"στα αγγλικά

to lowball
01

εκτιμώ σκόπιμα χαμηλά, κάνω σκόπιμα χαμηλή προσφορά

make a deliberately low estimate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lowball
γ΄ ενικό πρόσωπο
lowballs
ενεστώτα μετοχή
lowballing
απλός αόριστος
lowballed
παθητική μετοχή
lowballed
01

lowball, poker lowball

a poker variant where the objective is to make the lowest-ranking hand possible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lowballs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store