Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lowball
01
εκτιμώ σκόπιμα χαμηλά, κάνω σκόπιμα χαμηλή προσφορά
make a deliberately low estimate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lowball
γ΄ ενικό πρόσωπο
lowballs
ενεστώτα μετοχή
lowballing
απλός αόριστος
lowballed
παθητική μετοχή
lowballed
Lowball
01
lowball, poker lowball
a poker variant where the objective is to make the lowest-ranking hand possible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lowballs
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lowball
low
ball



























