Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
low-rise
01
χαμηλό, με περιορισμένους ορόφους
referring to buildings or structures that have a limited number of floors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-rise
συγκριτικός βαθμός
more low-rise
διαβαθμίσιμο



























