low-key
low
ləʊ
lew
key
ki:
ki
Loki

Ορισμός και σημασία του "low-key"στα αγγλικά

01

διακριτικός, σεμνός

restrained in style or quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-key
συγκριτικός βαθμός
more low-key
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
style, behavior, quality
01

διακριτικά, μεταμελώς

quietly, subtly, or modestly 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
I'm low-key excited about the trip, but I don't want to hype it up. 

Είμαι διακριτικά ενθουσιασμένος για το ταξίδι, αλλά δεν θέλω να το υπερβάλλω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store