Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Low-fat diet
01
δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά, δίαιτα με χαμηλή περιεκτικότητα σε λίπος
a diet that restricts and reduces the consumption of foods high in fats
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
low-fat diets
Παραδείγματα
She decided to adopt a low-fat diet after her doctor advised her to make dietary changes to improve her cholesterol levels.
Αποφάσισε να υιοθετήσει μια δίαιτα χαμηλών λιπαρών αφού ο γιατρός της της συμβούλεψε να κάνει διατροφικές αλλαγές για να βελτιώσει τα επίπεδα χοληστερόλης της.



























