ascending
asc
ˈəs
ασ
en
ɛn
εν
ding
dɪng
ντινγκ
/ɐsˈɛndɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "ascending"στα αγγλικά

01

ανερχόμενος, ανοδικός

moving or directed upward

up

upward

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ascending
συγκριτικός βαθμός
more ascending
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The climbers made their way up the ascending path toward the peak.
Οι ορειβάτες προχώρησαν στον ανοδικό δρόμο προς την κορυφή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store