love affair
Pronunciation
/lˈʌv ɐfˈɛɹ/

Ορισμός και σημασία του "love affair"στα αγγλικά

01

ερωτική σχέση, ρομαντική σχέση

a romantic, often secret relationship between two people who love one another but are not married to each other
love affair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
love affairs
Παραδείγματα
Their love affair blossomed unexpectedly during a summer spent together at the beach house.
Η ερωτική σχέση τους άνθισε απροσδόκητα κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιριού που πέρασαν μαζί στο παραθαλάσσιο σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store