Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
louvred
01
με περσίες, με κουφώματα
characterized by having slatted openings or panels that allow for the passage of air or light while providing some degree of privacy or shading
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most louvred
συγκριτικός βαθμός
more louvred
διαβαθμίσιμο



























