Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lousy
01
άθλιος, κακός
extremely poor in quality, performance, or condition
Disapproving
Informal
Παραδείγματα
His first attempt at cooking dinner was lousy.
Η πρώτη του προσπάθεια να μαγειρέψει δείπνο ήταν απαίσια.
02
ψειριασμένος, μολυσμένος με ψείρες
covered or infected with lice
Παραδείγματα
The kitten looked miserable and lousy when rescued.
Το γατάκι φαινόταν άθλιο και ψειριασμένο όταν σώθηκε.
03
ποταπός, άτιμος
morally or socially contemptible
Παραδείγματα
What a lousy thing to say to someone in grief.
Τι αξιοθρήνητο πράγμα να πεις σε κάποιον που θρηνεί.
Λεξικό Δέντρο
lousiness
lousy
louse



























