Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lour
01
συνοφρυώνομαι, κοιτάζω με αποδοκιμασία
look angry or sullen, wrinkle one's forehead, as if to signal disapproval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lour
γ΄ ενικό πρόσωπο
lours
ενεστώτα μετοχή
louring
απλός αόριστος
loured
παθητική μετοχή
loured
02
χαμηλώνω, κατευνάζω
make lower or quieter
03
χαμηλώνω, μειώνω
set lower



























