to lour
Pronunciation
/ˈɫaʊɹ/

Ορισμός και σημασία του "lour"στα αγγλικά

to lour
01

συνοφρυώνομαι, κοιτάζω με αποδοκιμασία

look angry or sullen, wrinkle one's forehead, as if to signal disapproval
to lour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lour
γ΄ ενικό πρόσωπο
lours
ενεστώτα μετοχή
louring
απλός αόριστος
loured
παθητική μετοχή
loured
02

χαμηλώνω, κατευνάζω

make lower or quieter
03

χαμηλώνω, μειώνω

set lower
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store