looting
Pronunciation
/ˈɫutɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "looting"στα αγγλικά

01

λεηλασία, διαρπαγή

the act of stealing goods or property from a place, especially during a time of chaos or disorder
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Shops were heavily damaged during the looting.
Τα καταστήματα υπέστησαν σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια της λεηλασίας.

Λεξικό Δέντρο

looting
loot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store