Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Looting
01
λεηλασία, διαρπαγή
the act of stealing goods or property from a place, especially during a time of chaos or disorder
Παραδείγματα
Shops were heavily damaged during the looting.
Τα καταστήματα υπέστησαν σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια της λεηλασίας.
Λεξικό Δέντρο
looting
loot



























