looter
loo
ˈlu:
loo
ter
lookerloiter

Ορισμός και σημασία του "looter"στα αγγλικά

01

λεηλάτης, κλέφτης

someone who steals things from a place during a time of unrest or disaster 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
looters
Παραδείγματα
The police caught a looter trying to break into a store. 

Η αστυνομία έπιασε έναν λεηλάτη που προσπαθούσε να μπει σε ένα κατάστημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

looter
loot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store