Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loose end
01
αδιευθέτητο ζήτημα, ανολοκλήρωτη λεπτομέρεια
something that is not completely exlained or taken care of
idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loose ends
Παραδείγματα
The play has too many loose ends.
Το έργο έχει πάρα πολλά ανοιχτά θέματα.
to tie up loose ends
01
ολοκληρώνω ό, τακτοποιώ τα υπόλοιπα
to finish something that is left unfinished
idiom
informal
Παραδείγματα
It took a few hours to tie up all loose ends after the event.
Χρειάστηκαν μερικές ώρες για να ολοκληρωθούν όλα τα υπόλοιπα μετά την εκδήλωση.



























