Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loon
01
βουτηχτάρι, κολυμβητής
an aquatic bird originated in North America and Eurasia that dives to catch fish and has a laughing call
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loons
02
τεμπέλης, άχρηστος
a worthless lazy fellow
03
τρελός, παλαβός
a person with confused ideas; incapable of serious thought



























