Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look like
01
μοιάζω με, φαίνομαι σαν
to resemble a thing or person in appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
like
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look like
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks like
ενεστώτα μετοχή
looking like
απλός αόριστος
looked like
παθητική μετοχή
looked like
Παραδείγματα
The puppy looks like a miniature version of its mother.
Το κουτάβι μοιάζει με μια μικρογραφία της μητέρας του.
02
μοιάζει, δίνει την εντύπωση
to give the impression or suggestion of being a certain way
Παραδείγματα
Her messy desk looks like she's been working on multiple projects at once.
Το ακατάστατο γραφείο της φαίνεται ότι δουλεύει σε πολλά έργα ταυτόχρονα.



























