to look like
look
lʊk
look
like
laɪk
laik
lookalike

Ορισμός και σημασία του "look like"στα αγγλικά

to look like
01

μοιάζω με, φαίνομαι σαν

to resemble a thing or person in appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
like
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look like
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks like
ενεστώτα μετοχή
looking like
απλός αόριστος
looked like
παθητική μετοχή
looked like
Παραδείγματα
The puppy looks like a miniature version of its mother. 

Το κουτάβι μοιάζει με μια μικρογραφία της μητέρας του.

02

μοιάζει, δίνει την εντύπωση

to give the impression or suggestion of being a certain way 
Παραδείγματα
Her messy desk looks like she's been working on multiple projects at once. 

Το ακατάστατο γραφείο της φαίνεται ότι δουλεύει σε πολλά έργα ταυτόχρονα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store