to look like
Pronunciation
/lˈʊk lˈaɪk/

Ορισμός και σημασία του "look like"στα αγγλικά

to look like
[phrase form: look]
01

μοιάζω με, φαίνομαι σαν

to resemble a thing or person in appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
like
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look like
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks like
ενεστώτα μετοχή
looking like
απλός αόριστος
looked like
παθητική μετοχή
looked like
Παραδείγματα
Does this house look like the one you stayed in before?
Μοιάζει αυτό το σπίτι με αυτό που μείνατε πριν;
02

μοιάζει, δίνει την εντύπωση

to give the impression or suggestion of being a certain way
Παραδείγματα
The empty shelves look like they've been cleared out during the sale.
Τα άδεια ράφια φαίνονται σαν να έχουν αδειάσει κατά την έκπτωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store