longways
Pronunciation
/lˈɑːŋweɪz/

Ορισμός και σημασία του "longways"στα αγγλικά

01

κατά μήκος, μακροσκελώς

lengthwise or along the longest side of something
longways definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
We walked longways down the narrow field to reach the barn.
Περπατήσαμε κατά μήκος του στενού χωραφιού για να φτάσουμε στην αχυρώνα.
01

χορός σε γραμμή, λαϊκός χορός σε γραμμή

country dancing performed with couples in two long lines facing each other
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

longways

long

+

ways

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store