Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
longways
01
κατά μήκος, μακροσκελώς
lengthwise or along the longest side of something
Παραδείγματα
We walked longways down the narrow field to reach the barn.
Περπατήσαμε κατά μήκος του στενού χωραφιού για να φτάσουμε στην αχυρώνα.
Longways
01
χορός σε γραμμή, λαϊκός χορός σε γραμμή
country dancing performed with couples in two long lines facing each other
Λεξικό Δέντρο
longways
long
ways



























