longueur
lon
lɒn
lon
gueur
ˈggɜ:
ggē
longspur

Ορισμός και σημασία του "longueur"στα αγγλικά

01

μακροσκελές και βαρετό τμήμα

a tedious or boring section of a work of literature or other artistic work, characterized by a lack of action, tension, or interest 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
longueurs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store