longueur
Pronunciation
/lˈɑːŋɜː/

Ορισμός και σημασία του "longueur"στα αγγλικά

01

μακροσκελές και βαρετό τμήμα

a tedious or boring section of a work of literature or other artistic work, characterized by a lack of action, tension, or interest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
longueurs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store