Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
long-lived
01
μακρόβιος, διαρκής
enduring for a long period of time, often beyond what is typical or expected
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most long-lived
συγκριτικός βαθμός
more long-lived
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company ’s long-lived success can be attributed to its adaptability in a changing market.
Η διαχρονική επιτυχία της εταιρείας μπορεί να αποδοθεί στην προσαρμοστικότητά της σε μια αλλαγή αγοράς.



























