long-ago
long
lɒng
long
a
ə
ē
go
gəʊ
gew

Ορισμός και σημασία του "long-ago"στα αγγλικά

01

παλιός, μακρινός

belonging to or occurring in the distant past 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most long-ago
συγκριτικός βαθμός
more long-ago
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The archaeologists uncovered artifacts from a long-ago civilization. 

Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν αντικείμενα από έναν παλιό πολιτισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store