Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
long-ago
01
παλιός, μακρινός
belonging to or occurring in the distant past
Παραδείγματα
The book describes long-ago traditions that have since disappeared.
Το βιβλίο περιγράφει παλιές παραδόσεις που από τότε έχουν εξαφανιστεί.



























