loiterer
loi
ˈlɔɪ
loy
te
rer
ər
ēr
litterer

Ορισμός και σημασία του "loiterer"στα αγγλικά

01

περιπλανώμενος, άτομο που περιφέρεται χωρίς συγκεκριμένο σκοπό

a person who wanders around a place without doing anything specific or intended 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loiterers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store