Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loiterer
01
περιπλανώμενος, άτομο που περιφέρεται χωρίς συγκεκριμένο σκοπό
a person who wanders around a place without doing anything specific or intended
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
loiterers



























