locksmith
Pronunciation
/ˈɫɑksˌmɪθ/

Ορισμός και σημασία του "locksmith"στα αγγλικά

01

κλειδαράς, τεχνίτης κλειδαράς

a person whose job or hobby involves making and repairing locks
locksmith definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
locksmiths
Παραδείγματα
The locksmith worked quickly to fix the broken lock on the garage door.
Ο κλειδαράς δούλεψε γρήγορα για να επισκευάσει το σπασμένο κλειδαριά στην πόρτα του γκαράζ.

Λεξικό Δέντρο

locksmith

lock

+

smith

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store