locksmith
lock
ˈlɒk
lok
smith
smɪθ
smith

Ορισμός και σημασία του "locksmith"στα αγγλικά

01

κλειδαράς, τεχνίτης κλειδαράς

a person whose job or hobby involves making and repairing locks 
locksmith definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
locksmiths
Παραδείγματα
The locksmith offered to make spare keys for my new home. 

Ο κλειδαράς προσφέρθηκε να φτιάξει εφεδρικά κλειδιά για το νέο μου σπίτι.

Λεξικό Δέντρο

locksmith

lock

+

smith

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store