Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Locative
01
τοπική πτώση, τοπικός
(grammar) a specific form of a pronoun, adjective, or noun that shows the place of an action or where a person or thing is
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
locatives
Παραδείγματα
Russian uses the locative after certain prepositions to show location.
Τα ρωσικά χρησιμοποιούν τον τοπικό μετά από ορισμένες προθέσεις για να δείξουν τη θέση.
locative
01
τοπικός, σχετικός με τον τόπο
(grammar) concerning or having a specific form of a noun, pronoun, or adjective that shows the place of an action or where a person or thing is
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























